O Solitude
In Solitude's Eternal Bliss Together We Shall Not Exist
Δευτέρα, Ιανουάριος 28, 2008
.......
Να κάθεσαι γυμνός στο σκοτάδι.
Ευάλωτος στον πόνο και στο κρύο
Να αναπνέεις την δυστυχία της νύχτας και να αφουγκράζεσαι το νανουριστικό της μοιρολόι.
Να γέρνεις στην αγκαλιά της σαν παιδί κυνηγημένο και να ψηλαφίζεις στις πλήγες της, την αγάπη.
Να γυρνάς το μυαλό πίσω, ένα αναδρομικό ταξίδι σε δύο στιγμές ευτυχίας, σε αρώματα που μαράθηκαν μέσα σου, σε αναμνήσεις που γίνονται θηλεία κάθε βράδυ, που γίνονται μια άηχη κραυγή απελπισίας.
Γρατσουνάς με τα νύχια σου την μοναξία , σε μια παραίσθηση λουσμένη με καπνό και πόνο.
Αναζητείς μέσα σου την ευτυχία, την στιγμή σου που αγάπησες και σε άφησε μόνο.
Και η νύχτα μοιάζει ατελείωτη.Η μοναξία μέσα σου σε καίει και σε ματώνει. Η θηλεία γύρω απο τον λαιμό σου στενεύει, κεντημένη από όνειρα και αναμνήσεις,απο πρόσωπα και χάδια,απο ψέματα και υπόσχεσεις που στροβιλίζονται στο μυαλό σου.
Ανοίγεις τα μάτια σου μές στο σκοτάδι, και ψάχνεις στο τίποτα για ένα άγριο χάδι, ένα χέρι ζεστό να απαλύνει τον πόνο, μα ακούς την σιωπή σου να γελάει με φθόνο.
Και εκεί απάνω στην θηλεία που πλέκει η μοναξία σου κρεμάς σαν ρούχα δανεικά απόψε τα ονειρά σου.
Τρίτη, Σεπτέμβριος 11, 2007
EΛΠΙΔΑ
Ελπίδα, ελπίς παντοτινά χαμένη, εκεί που κείτεσαι νεκρή απ'όνειρα.
Με την σάρκα εκτεθειμένη, βορά στα όρνεα.
Εκεί που ο αέρας ψιθυρίζει πένθιμα το όνομα σου, μα εσύ δεν τον ακούς, δεν βλέπεις του ουρανού το χρώμα.
Τα σύννεφα αλλάζουν ,μεταμορφώνονται σε έναν χορό συναισθημάτων.
Κοίτα πως εναλλάσονται οι μορφές τώρα που με απάθεια αυτοκτόνησες.
Τα μαλλιά και η σάρκα σου τροφή στο χώμα, να θρέψουν την ερειπωμένη γη.
Γυμνή, χλωμή σχεδόν αόρατη γεννίεσαι με τις μέρες , πεθαίνεις με τις νύχτες , μες στις λύπες , στα δάκρυα , στον πόνο που καιροφυλακτεί σφαδάζωντας εντός σου .
Κουράστηκες να περιφέρεσαι.
Τα πόδια σου μάτωσαν.
Τα χείλη σου σφράγισαν , τα μάτια σου σφάλισαν σαν παραθυρόφυλλα ενός ερειπωμένου κάστρου.
Τους θρήνησες όλους, τους έθαψες και τους ανέστησες αμέτρητες φορές, μέχρι που με σθεναρή θέληση ,όταν δεν είχες τίποτα άλλο πια να πεις , όταν δεν είχες τίποτα περισσότερο να προσφέρεις απο το λιγό, όταν εσύ η ίδια σκότωσες με θλίψη την ελπίδα μέσα σου , πεθαίνεις όντας ήδη νεκρή και μάταια.
Φτωχή ελπίδα , μονολογεί η πρώτη πρωινή ψιχάλα
Ελπίς μάταια και νεκρή εις τους αιώνας.
Φθινόπωρο
Έφθασε φθινόπωρο.
Οι εποχές αλλάζουν και χάνονται όπως οι άνθρωποι.
Ένα γλυκό αεράκι φέρνει απο το παράθυρο αναμνήσειςω παρέα με κιτρινισμένα φύλλα.
Οι λέξεις υποτονικές ταξιδεύουν απο χείλη σε χείλη μέχρι να βρούν το στόμα που θα έχει την δύναμη να τις αρθρώσει, το χέρι που θα έχει την δύναμη να τις πραγματοποιήσει.
Μέχρι τότε θα παραμένουν απλές λέξεις,χωρίς νόημα ,χωρίς λόγο ύπαρξης.
Στοιβαγμένες στα σεντουκία της ψυχής και του νου, ξεθωριασμένες απο τον χρόνο.
Έχει έρθει φθινόπωρο.
Τα πρώτα γκρίζα σύννεφα θα καλύψουν τον ουρανό , υπενθυμίζωντας την μοναξία και τον ανθρώπινο πόνο.
Η πρώτη φθινοπωρινή βροχή σαν χείμαρρος θα πέσει ξεπλένωντας τις τύψεις απο τα μάτια όλων.
Μα άραγε θα μείνει ένα καθάριο βλέμμα,σαν κείνο που καθρεφτίζει τις ψυχές?
Μα άραγε θα υπάρξει ένα άγιο χέρι , σαν κεινα που γιατρεύουν τις πληγές ?
Τετάρτη, Αύγουστος 01, 2007
ΜΑΣΚΑ
Καθισε αναπαυτικά, υπό το σεληνόφως.Δεν είναι ανάγκη να μιλάς, απλώς να ακούς .Θα σου διηγηθώ μια ιστορία, ένα παραμύθι χωρίς όνομα και τέλος.Ενα παραμύθι που δεν αρχίζει με την φράση "Μια φορά και έναν καιρό", γιατί επαναλαμβάνεται και διαιωνίζεται.
Κάποτε, ίσως στα ονείρα μας , ίσως στις πιο απόκρυφες σκέψεις μας , ίσως βαθιά μέσα μας απο ανάγκη για κάτι χειροπιαστό, δημιουργήσαμε την ελπίδα. Πολλές φορές την σκοτώσαμε και άλλες τόσες την αναστήσαμε , γιατί πολύ απλά ήταν και είναι ερμαιό μας.Είχαμε κάτι να πορευόμαστε, μα και όταν δεν είχαμε δημιουργούσαμε για να συνεχίσουμε αυτή την πορεία.Πορεία προς το γνωστό και το δοκιμασμένο, πορεία προς το άγνωστο, χωρίς προορισμό με παρέα την ελπίδα.
Μα έτσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι.Τείνουμε να καταστρέφουμε ότι καλό δημιουργούμε. Δεν μπορούμε να είμαστε κύριοι του εαυτού μας , αλλά χρηζουμε τον εαυτό μας σωτήρα των αλλών.Α πο την στιγμή που ότι πέφτει στα χέρια μας , στην σκέψη μας γίνεται στάχτη.Ότι αγαπάμε το σκοτώνουμε με ευφάνταστους τρόπους, κάθε μέρα ,κάθε ώρα που κηδεύσαμε μετά απο τόσο κόπο και την ίδια την αγάπη. Δεν έχουμε είδωλο στο καθρέφτη γιατί ξεχάσαμε ποιοι είμαστε αληθινά. Τόσα πρόσωπα για τόσα συναισθήματα, μα το πραγματικό , εκείνο με τις ρωγμές και τις πληγές δεν το φανερώνουμε γιατί πονάει. Πονάει αυτούς που το κατέχουν, πονάει και όλους εκείνους που το θωρούν ως είναι πραγματικά. Μα τι πονάει περισσότερο τελικά το φαίνεσθαι ή το είναι?Και πως να απαλλαγείς απο το είναι ?Το φαίνεσθαι το καλύπτουμε με αμφιέσεις , με προσωπεία , με τις βαριές ενδυμασίες της υποκρισίας. Το είναι όμως κάπου μέσα σου αγωνιά, παλεύει να φανερωθεί και εσύ το πνίγεις με τα ίδια σου τα χέρια ,σκοτώνεις ενα κομμάτι απο τον εαυτό σου, χάνωντας τον ιδίο σου τον εαυτό μέσα σε αυτό τον πνιγμό,χανωντας τον προορισμό σου. Ποια μάσκα να φορέσω απόψε, απόψε που τίποτα δεν είναι ίδιο για να μπορώ να μ'αντικρύσω?
Δευτέρα, Νοέμβριος 27, 2006
Το Όνειρο της Κούκλας

Όνειρα κεντημένα σε πορσελάνη

Καθισμένη στον σκονισμένο βελούδινο μπορντό καναπέ.
Με το φόρεμα της αφημένο στα χέρια του χρόνου, κιτρινισμένο από τον καπνό των τσιγάρων ,τσαλακωμένο από τα ζευγάρια χέρια που περιεργάστηκαν τις πτυχές και τις δαντέλες του

Μια κούκλα, πορσελάνινη ,κομψοτέχνημα μιας εποχής χαμένης στην δύνη του χρόνου, καθισμένη με τα χέρια να κρέμονται στο κενό ,άψυχα και κρύα σαν τα χείλη του θανάτου…αναμένει ένα ακόμα ψεύτικο χέρι ,να αγγίξει τις ρωγμές των χεριών της, και ας σπάσουν σε χιλιάδες μικρά κομμάτια ακατέργαστης σάρκας αναμειγμένης με πόνο και αίμα.

Με το βλέμμα στραμμένο στο παράθυρο ,στα σφαλιστά βαριά ξύλινα παντζούρια και στις σκοροφαγωμένες κουρτίνες ,ονειρεύεται με ανοιχτά τα μάτια πως αισθάνεται, αναπνέει, ζει και ελπίζει…και ας είναι μέσα της νεκρή και άδεια. Ονειρεύεται πως είναι έξω στον δρόμο και αναπνέει τους ήχους και τα αρώματα αυτής της κλειστοφοβικής πολιτείας Πως σέρνει τα βήματα της στα μικρά πλακόστρωτα στενά γεμίζοντας την νύχτα με το τραγούδι των τακουνιών της.

Προσπαθεί να δακρύσει, αλλά το ψεύτικο χαμόγελο που της καρφίτσωσαν στο μέτωπο σαν σημάδι, της υπενθυμίζει πως είναι νεκρή, άψυχη ύλη και πως ο σκοπός της δημιουργίας της είναι η προσφορά χαράς και ευχαρίστησης στον εκάστοτε ιδιοκτήτη που την περιεργάστηκε με προσοχή και ύστερα την πέταξε σε μια γωνία αφήνοντας της να υποφέρει σιωπηλά .

Εστιάζει το βλέμμα στον τοίχο, στις ρωγμές και στην υγρασία του ,οσμίζεται την εγκατάλειψη και τον θάνατο σε αυτό το σπίτι που μοιάζει με τούβλινο φέρετρο , που μέρα με την μέρα γεμίζει καρφιά από όνειρα. Αναζητεί στον θρήνο της νύχτας κάποιο αστέρι ετοιμοθάνατο, να κάνει μια τελευταία ευχή.

Παρακαλεί το αγέρι να εμφυσήσει μέσα της , την πρώτη πρωινή πνοή. Να μπορέσει να απλώσει το χέρι της στον πρώτο περαστικό ζητιανεύοντας σαν σκυλί για λίγη αγάπη και ας σπάσει στην στιγμή σε χιλιάδες μικρά κομμάτια γυαλιού και ονείρου .
Παρακαλεί τους περαστικούς σιωπηλά, ικετικά, με τα άψυχα μάτια της να την ελευθερώσουν από αυτή την φυλακή που χτίστηκε ακούσια .Σκεύος ηδονής και άηχης οδύνης προς τέρψη τον παρευρισκομένων. Ο θαυμασμός αγκαλιασμένος χορεύει με τον θάνατο ένα βαλς ντυμένο με νότες σπασμένες και αιχμηρές σαν ξυράφια.

Μέσα της σπάει. Η ανοχή της καταρρέει σαν κάστρο από τραπουλόχαρτα. Η αντοχή της και η ελπίδα της κρεμασμένες αιωρούνται από τα κλαδιά της λήθης, ονειροπαγίδες που καλωσόρισαν εγκάρδια τον εφιάλτη . Μετράει δευτερόλεπτα, στιγμές και ζωές που δεν έζησε ,ζωές και αισθήσεις που θα ήθελε να ζήσει , έρωτες και μίση που δεν γνώρισε.
Θρηνώντας σιγοτραγουδάει

«1..2..3…το γυαλί έγινε σάρκα
4…5…6… η καρδιά που ραγίζει και σπάει
7…8..9…απόηχος ονείρου εφιαλτικού πως μοιάζει
10…η πνοή που πετάει και εξαφανίζεται στης σιωπής το σκοτάδι…

Ένας κρότος και όλα τελείωσαν….είναι η καρδιά που ραγίζει και σπάει.
…..Από όνειρα ανεκπλήρωτα….από τον βουβό αναστεναγμό της μοναξιάς….
Από τον θρήνο της ίδιας σου της ύπαρξης….Κομμάτια από την ίδια σου την καρδιά, πεταμένα στο πάτωμα σαν σκουπίδια…..

MyGen.co.uk - myPlaylist Creator